to guffaw
gu
ga
ffaw
ˈfɔ:
faw
in-lawstrawmacawthaw

Ορισμός και σημασία του "guffaw"στα αγγλικά

to guffaw
01

γελώ δυνατά, ξεσπώ σε γέλια

to laugh loudly and heartily, especially when something is very funny 
Intransitive
to guffaw definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
guffaw
γ΄ ενικό πρόσωπο
guffaws
ενεστώτα μετοχή
guffawing
απλός αόριστος
guffawed
παθητική μετοχή
guffawed
Παραδείγματα
Despite their attempts to remain composed, they couldn't help but guffaw at the absurdity of the situation. 

Παρά τις προσπάθειές τους να παραμείνουν ψύχραιμοι, δεν μπορούσαν παρά να ξεσπάσουν σε γέλια με την ανοησία της κατάστασης.

01

γελαστός, δυνατό γέλιο

a sudden, loud, and hearty laugh 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guffaws
Παραδείγματα
The comedian's joke drew a guffaw from the entire audience. 

Το αστείο του κωμικού προκάλεσε ένα δυνατό γέλιο από όλο το κοινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store