Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to guffaw
01
γελώ δυνατά, ξεσπώ σε γέλια
to laugh loudly and heartily, especially when something is very funny
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
guffaw
γ΄ ενικό πρόσωπο
guffaws
ενεστώτα μετοχή
guffawing
απλός αόριστος
guffawed
παθητική μετοχή
guffawed
Παραδείγματα
The hilarious blooper reel had everyone in the room guffawing with delight.
Το ξεκαρδιστικό blooper reel έκανε όλους στο δωμάτιο να γελούν δυνατά με χαρά.
Guffaw
01
γελαστός, δυνατό γέλιο
a sudden, loud, and hearty laugh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guffaws
Παραδείγματα
The teacher 's unexpected comment caused a guffaw among the students.
Το απροσδόκητο σχόλιο του δασκάλου προκάλεσε δυνατό γέλιο ανάμεσα στους μαθητές.



























