growler
grow
ˈgrəʊ
grew
ler
grower

Ορισμός και σημασία του "growler"στα αγγλικά

01

γκράουλερ, μικρός επικίνδυνος παγόβουνο

a small iceberg or ice floe just large enough to be hazardous for shipping 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
growlers
02

γρυλλίζων, μουρμουρίζων

a speaker whose voice sounds like a growl 
03

μουνί, κόλπος

the vagina 
Dialectamerican flagAmerican
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
She shivered as he kissed her growler. 

Τρέμοσε καθώς αυτός φίλησε το μουνί της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

growler
growl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store