Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Growler
01
γκράουλερ, μικρός επικίνδυνος παγόβουνο
a small iceberg or ice floe just large enough to be hazardous for shipping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
growlers
02
γρυλλίζων, μουρμουρίζων
a speaker whose voice sounds like a growl
03
μουνί, κόλπος
the vagina
Dialect
American
slang
vulgar
Παραδείγματα
The growler reacted instantly to every motion.
Ο growler ανταποκρίθηκε αμέσως σε κάθε κίνηση.
Λεξικό Δέντρο
growler
growl



























