Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Growing season
01
περίοδος ανάπτυξης, εποχή ανάπτυξης
a time of the year during which the plants have good condition to grow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
growing seasons
LanGeek



























