Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grouping
01
ομαδοποίηση, σύνολο
any number of entities (members) considered as a unit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
groupings
02
ομαδοποίηση, ομαδοποιηση
the activity of putting things together in groups
03
ομαδοποίηση, ταξινόμηση
a system for classifying things into groups
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
grouping
group



























