Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ground plan
01
σχέδιο ισογείου, όροφος σχεδίου
a plan belonging to the ground floor of a building
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ground plans
02
όροφος σχέδιο, σχέδιο ορόφου
a plan belonging to any of the floors of a building
Dialect
American



























