Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grenade
01
χειροβομβίδα, εκρηκτική συσκευή
a small bomb that explodes in a few seconds, can be thrown by hand or fired from a gun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grenades
Παραδείγματα
She watched as the grenade landed in the target area and exploded.
Παρακολούθησε καθώς η χειροβομβίδα προσγειώθηκε στην περιοχή στόχο και εξερράγη.



























