greenish
gree
ˈgri:
gri
nish
nɪʃ
nish

Ορισμός και σημασία του "greenish"στα αγγλικά

01

πρασινωπός, με πράσινη απόχρωση

somewhat green in color 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most greenish
συγκριτικός βαθμός
more greenish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, perception, appearance
Παραδείγματα
The water in the lake looked greenish under the sunlight. 

Το νερό της λίμνης φαινόταν πρασινωπό κάτω από το φως του ήλιου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

greenishness
greenish
green
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store