greenhouse gas
green
ˈgri:n
grin
house
haʊs
haws
gas
gæs
gās

Ορισμός και σημασία του "greenhouse gas"στα αγγλικά

Greenhouse gas
01

αέριο θερμοκηπίου, αέριο που συμβάλλει στην παγκόσμια υπερθέρμανση

any type of gas, particularly carbon dioxide, that contributes to global warming by trapping heat 
greenhouse gas definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
greenhouse gases
Παραδείγματα
Carbon dioxide is a major greenhouse gas responsible for global warming. 

Το διοξείδιο του άνθρακα είναι ένα σημαντικό αέριο του θερμοκηπίου υπεύθυνο για την παγκόσμια υπερθέρμανση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store