green pepper
green
ˈgri:n
grin
pe
pe
pper

Ορισμός και σημασία του "green pepper"στα αγγλικά

01

πράσινη πιπεριά, πράσινο πιπέρι

a hollow fruit with a sweet taste and green color, eaten raw or cooked 
green pepper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
green peppers
Παραδείγματα
I prefer green pepper over the red variety. 

Προτιμώ την πράσινη πιπεριά από την κόκκινη ποικιλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store