Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grazing
01
παρέλαση, τριβή
the act of brushing against while passing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
βόσκηση, βοσκή
the act of animals eating grass or other plants growing in a field
Παραδείγματα
The grazing of the herd caused the grass to become sparse.
Η βόσκηση της αγέλης προκάλεσε την αραίωση του χόρτου.
Λεξικό Δέντρο
overgrazing
grazing



























