grazing
gra
ˈgreɪ
γκρει
zing
zɪng
ζινγκ
gratinggradingglazinggraying

Ορισμός και σημασία του "grazing"στα αγγλικά

01

παρέλαση, τριβή

the act of brushing against while passing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grazings
02

βόσκηση, βοσκή

the act of animals eating grass or other plants growing in a field 
Παραδείγματα
Grazing in the field was part of their daily routine. 

Βόσκηση στο χωράφι ήταν μέρος της καθημερινής τους ρουτίνας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overgrazing
grazing
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store