grasping
gras
ˈgrɑ:s
γκρασ
ping
pɪng
πινγκ
groupinggraininggrippinggrafting

Ορισμός και σημασία του "grasping"στα αγγλικά

01

άπληστος, πλεονέκτης

having an excessive and selfish desire to gain, especially money or possessions 
grasping definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grasping
συγκριτικός βαθμός
more grasping
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, economics
Παραδείγματα
The grasping landlord kept raising the rent without making repairs. 

Ο άπληστος ιδιοκτήτης συνέχιζε να αυξάνει το ενοίκιο χωρίς να κάνει επισκευές.

01

κατανόηση, αφομοίωση

the act of comprehending something after some struggle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His grasping of the theory was slow but steady. 

Η κατανόησή του για τη θεωρία ήταν αργή αλλά σταθερή.

02

πιάσιμο, αρπάγμα

a physical seizing, clutching, or holding motion 
Παραδείγματα
The child's grasping of his mother's hand was tight. 

Η πιάσιμο του χεριού της μητέρας του από το παιδί ήταν σφιχτό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grasping
grasp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store