Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grasping
01
άπληστος, πλεονέκτης
having an excessive and selfish desire to gain, especially money or possessions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grasping
συγκριτικός βαθμός
more grasping
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The grasping businessman would do anything for profit.
Ο άπληστος επιχειρηματίας θα έκανε τα πάντα για το κέρδος.
Grasping
01
κατανόηση, αφομοίωση
the act of comprehending something after some struggle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Their grasping of the situation came too late.
Η κατανόησή τους της κατάστασης ήρθε πολύ αργά.
02
πιάσιμο, αρπάγμα
a physical seizing, clutching, or holding motion
Παραδείγματα
The climber 's grasping of the ledge was desperate.
Η πιάσιμο του αναρριχητή στην προεξοχή ήταν απελπισμένο.
Λεξικό Δέντρο
grasping
grasp



























