Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
graphic
01
γραφικός, σχετικός με γράφημα
relating to or presented by a graph
02
γραφικός, σχεδιασμένος
written or drawn or engraved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most graphic
συγκριτικός βαθμός
more graphic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist ’s work was controversial due to its graphic representation of intimate moments.
Το έργο του καλλιτέχνη ήταν αμφιλεγόμενο λόγω της γραφικής απεικόνισης των οικείων στιγμών.
04
γραφικός, σχετικός με τις γραφικές τέχνες
relating to or involving the graphic arts, such as drawing, design, etc.
Παραδείγματα
The graphic representation of data in the report helped readers visualize complex information more easily.
Η γραφική αναπαράσταση των δεδομένων στην έκθεση βοήθησε τους αναγνώστες να απεικονίσουν πολύπλοκες πληροφορίες πιο εύκολα.
05
γραφικός, λεπτομερής
creating a powerful and detailed mental image through vivid and explicit description
Παραδείγματα
The artist ’s graphic approach to painting made each scene feel so real that viewers could almost hear the sounds and feel the textures.
Η γραφική προσέγγιση του καλλιτέχνη στη ζωγραφική έκανε κάθε σκηνή να φαίνεται τόσο πραγματική που οι θεατές μπορούσαν σχεδόν να ακούσουν τους ήχους και να νιώσουν τις υφές.
Graphic
01
γραφικό, εικόνα που δημιουργήθηκε από υπολογιστή
an image that is generated by a computer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
graphics
Λεξικό Δέντρο
autographic
graphic
graph



























