graphic
gra
ˈgræ
grā
phic
fɪk
fik
traffic

Ορισμός και σημασία του "graphic"στα αγγλικά

01

γραφικός, σχετικός με γράφημα

relating to or presented by a graph 
graphic definition and meaning
02

γραφικός, σχεδιασμένος

written or drawn or engraved 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most graphic
συγκριτικός βαθμός
more graphic
διαβαθμίσιμο
03

γραφικός, σαφής

presenting nudity or sexual activity with explicit and detailed imagery 
Παραδείγματα
The film was criticized for its graphic depiction of sexual scenes. 

Η ταινία επικρίθηκε για τη γραφική απεικόνιση ερωτικών σκηνών.

04

γραφικός, σχετικός με τις γραφικές τέχνες

relating to or involving the graphic arts, such as drawing, design, etc. 
Παραδείγματα
The graphic design course taught students how to create visually appealing logos and advertisements. 

Το μάθημα του γραφικού σχεδίου δίδαξε στους μαθητές πώς να δημιουργούν οπτικά ελκυστικά λογότυπα και διαφημίσεις.

05

γραφικός, λεπτομερής

creating a powerful and detailed mental image through vivid and explicit description 
Παραδείγματα
The novel’s graphic descriptions of the battlefield painted a vivid picture of the chaos and carnage. 

Οι γραφικές περιγραφές του πεδίου μάχης στο μυθιστόρημα ζωγράφισαν μια ζωντανή εικόνα του χάους και της σφαγής.

01

γραφικό, εικόνα που δημιουργήθηκε από υπολογιστή

an image that is generated by a computer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
graphics
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store