granulocyte
gra
grə
γκρα
nu
ˈnu
νου
lo
loʊ
λου
cyte
ˌsaɪt
σαιτ
/ɡɹanjˈʊləsˌaɪt/

Ορισμός και σημασία του "granulocyte"στα αγγλικά

01

κοκκιοκύτταρο, κοκκιώδης λευκοκύτταρο

a type of white blood cell characterized by cytoplasmic granules and involved in the body's immune response
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
granulocytes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store