Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Granulocyte
01
κοκκιοκύτταρο, κοκκιώδης λευκοκύτταρο
a type of white blood cell characterized by cytoplasmic granules and involved in the body's immune response
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
granulocytes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
granulocytic
granulocyte



























