granny
gra
ˈgræ
grā
nny
ni
ni
grainy

Ορισμός και σημασία του "granny"στα αγγλικά

01

γιαγιά, μάμμη

an older woman who is a parent of a person's father or mother 
granny definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grannies
02

γιαγιά, γριά

an old woman 
granny definition and meaning
03

εσφαλμένα διασταυρωμένος κόμπος reef και επομένως μη ασφαλής, μη ασφαλής κόμπος reef

a reef knot crossed the wrong way and therefore insecure 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store