Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grandiloquent
01
μεγαλοπρεπής, επιτηδευμένος
expressing oneself in a lofty or overly elaborate manner to impress others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grandiloquent
συγκριτικός βαθμός
more grandiloquent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His grandiloquent speech was full of flowery language but lacked substance.
Ο μεγαλοπρεπής λόγος του ήταν γεμάτος με περίτεχνη γλώσσα αλλά στερούνταν ουσίας.
Λεξικό Δέντρο
grandiloquently
grandiloquent
grandiloqu



























