Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grandiloquent
01
μεγαλοπρεπής, επιτηδευμένος
expressing oneself in a lofty or overly elaborate manner to impress others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grandiloquent
συγκριτικός βαθμός
more grandiloquent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He made a grandiloquent toast that left the guests rolling their eyes.
Έκανε έναν μεγαλοπρεπή πρόποση που έκανε τους καλεσμένους να γυρίζουν τα μάτια τους.
Λεξικό Δέντρο
grandiloquently
grandiloquent
grandiloqu



























