grandiloquent
Pronunciation
/ɡɹænˈdɪɫəkwənt/

Ορισμός και σημασία του "grandiloquent"στα αγγλικά

grandiloquent
01

μεγαλοπρεπής, επιτηδευμένος

expressing oneself in a lofty or overly elaborate manner to impress others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grandiloquent
συγκριτικός βαθμός
more grandiloquent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He made a grandiloquent toast that left the guests rolling their eyes.
Έκανε έναν μεγαλοπρεπή πρόποση που έκανε τους καλεσμένους να γυρίζουν τα μάτια τους.

Λεξικό Δέντρο

grandiloquently
grandiloquent
grandiloqu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store