grandiloquent
gran
ˌgræn
grān
di
ˈdɪ
di
loq
lək
lēk
uent
wənt
vēnt

Ορισμός και σημασία του "grandiloquent"στα αγγλικά

grandiloquent
01

μεγαλοπρεπής, επιτηδευμένος

expressing oneself in a lofty or overly elaborate manner to impress others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grandiloquent
συγκριτικός βαθμός
more grandiloquent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His grandiloquent speech was full of flowery language but lacked substance. 

Ο μεγαλοπρεπής λόγος του ήταν γεμάτος με περίτεχνη γλώσσα αλλά στερούνταν ουσίας.

Λεξικό Δέντρο

grandiloquently
grandiloquent
grandiloqu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store