grand larceny
grand
ˈgrænd
grānd
lar
lɑ:
laa
ce
ny
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "grand larceny"στα αγγλικά

01

μεγάλη κλοπή, σοβαρή κλοπή

the act of stealing a property that exceeds a certain value lawfully which is considered a serious crime 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He was charged with grand larceny after stealing valuable jewelry from the safe. 

Κατηγορήθηκε για μεγάλη κλοπή μετά από την κλοπή πολύτιμων κοσμημάτων από το χρηματοκιβώτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store