Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grand larceny
01
μεγάλη κλοπή, σοβαρή κλοπή
the act of stealing a property that exceeds a certain value lawfully which is considered a serious crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He was charged with grand larceny after stealing valuable jewelry from the safe.
Κατηγορήθηκε για μεγάλη κλοπή μετά από την κλοπή πολύτιμων κοσμημάτων από το χρηματοκιβώτιο.



























