Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Granary
01
σιταποθήκη, σιλό
a place used for storing grains or farm food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
granaries
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σιταποθήκη, σιλό