granary
gra
ˈgræ
γκραι
na
να
ry
ri
ρι
/ɡɹˈænəɹi/

Ορισμός και σημασία του "granary"στα αγγλικά

01

σιταποθήκη, σιλό

a place used for storing grains or farm food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
granaries
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store