Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grail
01
άγιο δισκοπότηρο, γκράιλ
(legend) chalice used by Christ at the Last Supper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grails
02
άγιο δισκοπότηρο, γκράιλ
a very desired or sought-after goal that is almost impossible or very difficult to achieve
LanGeek



























