Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grad school
01
απολυτήριο σχολείο, σχολή μεταπτυχιακών σπουδών
a department in a university where graduate students can study for a more advanced degree
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grad schools



























