Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
graceful
01
χαριτωμένος, κομψός
moving or behaving in an elegant, pleasing, and attractive way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most graceful
συγκριτικός βαθμός
more graceful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She walked with a graceful stride, her movements fluid and elegant.
Περπατούσε με ένα κομψό βήμα, οι κινήσεις της ρευστές και κομψές.
02
κομψός, εκλεπτυσμένος
showing refined taste, effortless style, and an air of affluence
Παραδείγματα
The graceful décor reflected the owner's wealth and sophistication.
Η κομψή διακόσμηση αντικατόπτριζε τον πλούτο και την εκλέπτυνση του ιδιοκτήτη.
Λεξικό Δέντρο
disgraceful
gracefully
gracefulness
graceful
grace



























