antibody
an
ˈæn
αιν
ti
ti
τι
bo
ˌbɒ
μπο
dy
di
ντι

Ορισμός και σημασία του "antibody"στα αγγλικά

01

αντίσωμα, ανοσοσφαιρίνη

a blood protein produced to fight diseases or infections, or in response to foreign substances in the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antibodies
Παραδείγματα
Antibodies stop harmful germs and tag them for immune cells to destroy. 

Τα αντισώματα σταματούν τα επιβλαβή μικρόβια και τα σημαδεύουν για καταστροφή από τα ανοσοποιητικά κύτταρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autoantibody
antibody
body
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store