good time
good
gʊd
γκουντ
time
taɪm
ταιμ

Ορισμός και σημασία του "good time"στα αγγλικά

01

καλός καιρός, ευχάριστη στιγμή

an enjoyable or exciting experience or period of time 
good time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
good times
Παραδείγματα
We had a good time at the amusement park, riding all the roller coasters and playing games. 

Περνάμε καλά στο λούνα παρκ, καβαλώντας όλες τις τρενάκια και παίζοντας παιχνίδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store