Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Good time
01
καλός καιρός, ευχάριστη στιγμή
an enjoyable or exciting experience or period of time
Παραδείγματα
The concert was fantastic, and everyone left feeling they had a really good time.
Η συναυλία ήταν φανταστική και όλοι έφυγαν νιώθοντας ότι πέρασαν καλά.



























