good time
Pronunciation
/ɡˈʊd tˈaɪm/

Ορισμός και σημασία του "good time"στα αγγλικά

01

καλός καιρός, ευχάριστη στιγμή

an enjoyable or exciting experience or period of time
good time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
good times
Παραδείγματα
The concert was fantastic, and everyone left feeling they had a really good time.
Η συναυλία ήταν φανταστική και όλοι έφυγαν νιώθοντας ότι πέρασαν καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store