Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Good deal
01
μια καλή ποσότητα, πολύ
a large number, amount, or extent of something
Παραδείγματα
A good deal of planning went into organizing the event.
Πολύ σχεδιασμός μπήκε στη διοργάνωση της εκδήλωσης.



























