good deal
Pronunciation
/ɡˈʊd dˈiːl/

Ορισμός και σημασία του "good deal"στα αγγλικά

01

μια καλή ποσότητα, πολύ

a large number, amount, or extent of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
good deals
Παραδείγματα
A good deal of planning went into organizing the event.
Πολύ σχεδιασμός μπήκε στη διοργάνωση της εκδήλωσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store