good deal
good
gʊd
good
deal
di:l
dil

Ορισμός και σημασία του "good deal"στα αγγλικά

01

μια καλή ποσότητα, πολύ

a large number, amount, or extent of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
good deals
Παραδείγματα
A good deal of money was donated to the charity. 

Μεγάλο ποσό χρημάτων δωρήθηκε σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store