Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gong
01
γκονγκ, ταμ-ταμ
a large, flat metal percussion instrument, typically circular in shape, suspended vertically and struck with a mallet to produce a resonant, reverberating sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gongs
Παραδείγματα
The deep, sonorous tones of the gong echoed through the temple, signaling the start of the ceremony.
Οι βαθιές, ηχηρές νότες του γκόνγκ αντήχησαν στον ναό, σηματοδοτώντας την αρχή της τελετής.
02
γκόνγκ
a percussion instrument consisting of a set of tuned bells that are struck with a hammer; used as an orchestral instrument
to gong
01
χτυπώ το γκονγκ, ηχώ το γκονγκ
sound a gong
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gong
γ΄ ενικό πρόσωπο
gongs
ενεστώτα μετοχή
gonging
απλός αόριστος
gonged
παθητική μετοχή
gonged



























