gondolier
gon
ˌgɒn
gon
do
lier
ˈlɪə
lie
bandoleerperseverepistoleerbrigadier

Ορισμός και σημασία του "gondolier"στα αγγλικά

01

γονδολιέρος, βενετσιάνος βαρκάρης

a (Venetian) boatman who propels a gondola 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gondoliers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store