Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gondolier
01
γονδολιέρος, βενετσιάνος βαρκάρης
a (Venetian) boatman who propels a gondola
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gondoliers



























