golfer
gol
ˈgɒl
gol
fer
gofergoffer

Ορισμός και σημασία του "golfer"στα αγγλικά

01

γκόλφερ, παίκτης του γκολφ

someone who plays golf as a profession or just for fun 
golfer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
golfers
Παραδείγματα
The professional golfer won the tournament with a stunning final round. 

Ο επαγγελματίας γκόλφερ κέρδισε το τουρνουά με μια εντυπωσιακή τελική φάση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

golfer
golf
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store