golden rule
gol
ˈgəʊl
gewl
den
dən
dēn
rule
ru:l
rool

Ορισμός και σημασία του "golden rule"στα αγγλικά

01

χρυσός κανόνας, χρυσή αρχή

a command based on Jesus' words in the Sermon on the Mount 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
golden rules
02

χρυσός κανόνας, θεμελιώδης αρχή

a fundamental principle that should be followed in order to achieve success 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store