goggles
go
ˈgɒ
go
ggles
gəlz
gēlz

Ορισμός και σημασία του "goggles"στα αγγλικά

01

προστατευτικά γυαλιά, γυαλιά κολύμβησης

a type of eyewear that are designed to protect the eyes from harm 
goggles definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goggles
Παραδείγματα
He wore goggles while swimming to protect his eyes from chlorine. 

Φορούσε γυαλιά κολύμβησης ενώ κολυμπούσε για να προστατεύσει τα μάτια του από το χλώριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store