godwit
Pronunciation
/ɡˈɑːdwɪt/

Ορισμός και σημασία του "godwit"στα αγγλικά

01

λιμόζα, ακτοπούλι με μακρύ ράμφος

a long-billed, migratory shorebird species found in temperate and cold regions of the world
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
godwits
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store