goat
goat
gəʊt
γκεουτ
gloatgroat

Ορισμός και σημασία του "goat"στα αγγλικά

01

κατσίκα, τράγος

‌an animal with horns and a coat of hair that lives wild in the mountains or is kept on farms for its milk or meat 
goat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
goats
αρσενικό ενικό
billy goat
θηλυκό ενικό
nanny goat
neutral form
goat
Παραδείγματα
The goat climbed to the top of the rocky hill, showcasing its impressive agility and strength. 

Η κατσίκα ανέβηκε στην κορυφή του βραχώδους λόφου, επιδεικνύοντας την εντυπωσιακή της ευκινησία και δύναμη.

02

κατ' εξοχήν θύμα, θύμα γελοιοποίησης

a victim of ridicule or pranks 
goat
goat
gəʊt
γκεουτ
goatgout
G.O.A.T.
G. O. A. T.
Goat
goat
01

ο μεγαλύτερος όλων των εποχών, ο καλύτερος όλων των εποχών

used to describe someone exceptionally talented or accomplished 
GOAT definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
GOATs
Παραδείγματα
That song is by the GOAT, hands down. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store