to  go  Dutch
go
gəʊ
gew
Dutch
dʌʧ
dach
[go] Dutch with {sb}

Ορισμός και σημασία του "go Dutch"στα αγγλικά

to go dutch
01

πληρώνει ο καθένας τα δικά του, μοιράζουμε τον λογαριασμό

(of two or more people) to pay one's own share of the costs 
to [go] Dutch definition and meaning
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
We decided to go Dutch on dinner. 

Αποφασίσαμε να πληρώσει ο καθένας τα δικά του στο δείπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store