Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go away
01
φεύγω, απομακρύνομαι
to move from a person or place
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go away
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes away
ενεστώτα μετοχή
going away
απλός αόριστος
went away
παθητική μετοχή
gone away
Παραδείγματα
Children often cry when their parents have to go away for work.
Τα παιδιά συχνά κλαίνε όταν οι γονείς τους πρέπει να φύγουν για τη δουλειά.
02
φεύγω, αποχωρώ
to temporarily leave one's home, typically for a vacation
Intransitive
Παραδείγματα
They decided to go away for a week and relax at the beach.
Αποφάσισαν να φύγουν για μια εβδομάδα και να χαλαρώσουν στην παραλία.
03
εξαφανίζομαι, σβήνω
to vanish or cease to exist
Intransitive
Παραδείγματα
The magician made the rabbit go away in a puff of smoke.
Ο μάγος έκανε το κουνέλι να εξαφανιστεί σε μια ντουζίνα καπνού.



























