to go away
Pronunciation
/ɡˌoʊ ɐwˈeɪ/

Ορισμός και σημασία του "go away"στα αγγλικά

to go away
[phrase form: go]
01

φεύγω, απομακρύνομαι

to move from a person or place
Intransitive
to go away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go away
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes away
ενεστώτα μετοχή
going away
απλός αόριστος
went away
παθητική μετοχή
gone away
Παραδείγματα
The rain had finally stopped, and the clouds began to go away.
Η βροχή είχε σταματήσει επιτέλους, και τα σύννεφα άρχισαν να φεύγουν.
02

φεύγω, αποχωρώ

to temporarily leave one's home, typically for a vacation
Intransitive
to go away definition and meaning
Παραδείγματα
We usually go away to the mountains for a winter getaway.
Συνήθως φεύγουμε στο βουνό για ένα χειμερινό διακοπές.
03

εξαφανίζομαι, σβήνω

to vanish or cease to exist
Intransitive
to go away definition and meaning
Παραδείγματα
The symptoms of the illness can go away with the right treatment.
Τα συμπτώματα της ασθένειας μπορούν να εξαφανιστούν με τη σωστή θεραπεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store