Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go ahead
01
προχωρώ, συνεχίζω
to initiate an action or task, particularly when someone has granted permission or in spite of doubts or opposition
Intransitive: to go ahead | to go ahead with an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes ahead
ενεστώτα μετοχή
going ahead
απλός αόριστος
went ahead
παθητική μετοχή
gone ahead
Παραδείγματα
She received approval from her manager to go ahead with the new marketing campaign.
Λάμβανε την έγκριση από τον διευθυντή της για να προχωρήσει με τη νέα καμπάνια μάρκετινγκ.
02
προχωρώ, συνεχίζω
to proceed with an action, event, or task
Intransitive
Παραδείγματα
The project is set to go ahead as planned, with no delays.
Το έργο είναι έτοιμο να προχωρήσει όπως προγραμματίστηκε, χωρίς καθυστερήσεις.
03
προηγούμαι, προχωρώ
to lead and arrive at a destination before others
Intransitive
Παραδείγματα
The scout leader instructed the faster hikers to go ahead and set up the campsite.
Ο αρχηγός των προσκόπων διέταξε τους ταχύτερους πεζοπόρους να προχωρήσουν μπροστά και να στήσουν το κάμπινγκ.



























