Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go against
[phrase form: go]
01
αντιτίθεμαι, αντιστέκομαι
to oppose or resist someone or something
Transitive: to go against sth
Παραδείγματα
He was willing to go against the odds and fight for his principles.
Ήταν πρόθυμος να πάει κόντρα στις πιθανότητες και να πολεμήσει για τις αρχές του.
02
αντιτίθεμαι, έρχομαι σε αντίθεση με
to disagree with or not fit well with a specific rule, concept, or standard
Transitive: to go against a rule or concept
Παραδείγματα
The new policy goes against the standard procedures followed by most government agencies.
Η νέα πολιτική αντιτίθεται στις τυπικές διαδικασίες που ακολουθούνται από τις περισσότερες κυβερνητικές υπηρεσίες.
03
πάω ενάντια, είμαι αντίθετος με
to not be beneficial to someone's interests or preferences
Transitive: to go against someone's interest
Παραδείγματα
The change in the company 's policies went against the employees' expectations and job security.
Η αλλαγή στις πολιτικές της εταιρείας πήγε κόντρα στις προσδοκίες και την ασφάλεια εργασίας των υπαλλήλων.



























