Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go after
01
καταδιώκω, πηγαίνω πίσω από
to pursue or try to catch someone or something
Transitive: to go after sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
after
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go after
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes after
ενεστώτα μετοχή
going after
απλός αόριστος
went after
παθητική μετοχή
gone after
Παραδείγματα
The detective decided to go after the suspect, who was fleeing the crime scene.
Ο ντετέκτιβ αποφάσισε να καταδιώξει τον ύποπτο, που έφευγε από το σκηνικό του εγκλήματος.
02
επιδιώκω, προσπαθώ να επιτύχω
to work to achieve a particular goal, object, or outcome
Transitive: to go after a goal
Παραδείγματα
In the pursuit of justice, the attorney was determined to go after the truth.
Στην προσπάθεια για δικαιοσύνη, ο δικηγόρος ήταν αποφασισμένος να κυνηγήσει την αλήθεια.



























