Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gnaw
01
ροκανίζω, μασώ
to chew on something persistently
Transitive: to gnaw at sth | to gnaw on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gnaw
γ΄ ενικό πρόσωπο
gnaws
ενεστώτα μετοχή
gnawing
απλός αόριστος
gnawed
παθητική μετοχή
gnawed
Παραδείγματα
The puppy likes to gnaw on chew toys to soothe its teething discomfort.
Το κουτάβι αρέσκεται να ροκανίζει παιχνίδια μασήματος για να ανακουφίσει τον δυσφορικό οδοντοφυΐα.
02
ροκανίζω, καταστρέφω σιγά σιγά
to slowly wear away or damage something over time
Transitive: to gnaw at sth
Παραδείγματα
The rust gnawed at the edges of the metal, weakening it.
Η σκουριά έτρωγε τις άκρες του μετάλλου, το αποδυνάμωσε.
Λεξικό Δέντρο
gnawer
gnaw



























