Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gnash
01
τρίζω, σφίγγω
to press or grind your teeth together to show pain or anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gnash
γ΄ ενικό πρόσωπο
gnashes
ενεστώτα μετοχή
gnashing
απλός αόριστος
gnashed
παθητική μετοχή
gnashed



























