glottal
Pronunciation
/ˈɡɫɑtəɫ/

Ορισμός και σημασία του "glottal"στα αγγλικά

01

γλωττικός, σχετικός με τη γλωττίδα

(phonetics) (of speech sounds) connected with or produced by the part of throat containing the vocal chords, called glottis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
01

γλωττιδικός, γλωττιδικός ήχος

(phonetics) a speech sound produced by opening and closing the glottis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glottals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store