Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
globally
01
παγκοσμίως, σε παγκόσμια κλίμακα
in a way that is related to the entire world
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
Climate change is a critical issue that requires a globally coordinated effort.
Η κλιματική αλλαγή είναι ένα κρίσιμο θέμα που απαιτεί μια παγκοσμίως συντονισμένη προσπάθεια.
02
παγκοσμίως, σε παγκόσμια κλίμακα
throughout the world
Λεξικό Δέντρο
globally
global
glob



























