globalism
glo
ˈgləʊ
glew
ba
li
li
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "globalism"στα αγγλικά

01

παγκοσμιοποίηση, οικουμενισμός

a belief in which the actions of one country affect all other countries in the world and that economic policy is built on benefiting the whole world not an individual country 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
Παραδείγματα
Globalism has led to increased economic interdependence among nations, fostering international trade and investment. 

Ο παγκοσμιοποιητισμός έχει οδηγήσει σε αυξημένη οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των εθνών, ενθαρρύνοντας το διεθνές εμπόριο και τις επενδύσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store