Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gloating
01
κακοήθης χαρά, επαίσχυντη ικανοποίηση
expression of great satisfaction of one's own success, often with a mischievous behavior or in an annoying manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gloatingly
gloating
gloat



























