to gloat
Pronunciation
/ˈɡɫoʊt/

Ορισμός και σημασία του "gloat"στα αγγλικά

to gloat
01

επιχαίρω, θριαμβεύω με ενοχλητικό τρόπο

to express great satisfaction of one's own success, often with a mischievous behavior and in an annoying manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gloat
γ΄ ενικό πρόσωπο
gloats
ενεστώτα μετοχή
gloating
απλός αόριστος
gloated
παθητική μετοχή
gloated
01

κακόβουλη ικανοποίηση, κακόβουλη χαρά

malicious satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store