Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to glitter
01
λαμπυρίζω, αστράφτω
to shine with small, bright sparkles
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glitter
γ΄ ενικό πρόσωπο
glitters
ενεστώτα μετοχή
glittering
απλός αόριστος
glittered
παθητική μετοχή
glittered
Παραδείγματα
The dress was adorned with sequins that glittered under the stage lights.
Το φόρεμα ήταν διακοσμημένο με πέτρες που λάμπισαν κάτω από τα φώτα της σκηνής.
Glitter
01
γυαλιστερό, λαμπύρισμα
a decorative material made up of small, shiny particles, typically made of plastic, metal, or glass, that reflect light and create a sparkling effect
02
λαμπύρισμα, αστραφτερότητα
the quality of shining with a bright reflected light
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03
λαμπύρισμα, αστραφτερότητα
the occurrence of a small flash or spark
Λεξικό Δέντρο
glittering
glitter



























