to glitter
gli
ˈglɪ
gli
tter
glister

Ορισμός και σημασία του "glitter"στα αγγλικά

to glitter
01

λαμπυρίζω, αστράφτω

to shine with small, bright sparkles 
Intransitive
to glitter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glitter
γ΄ ενικό πρόσωπο
glitters
ενεστώτα μετοχή
glittering
απλός αόριστος
glittered
παθητική μετοχή
glittered
Παραδείγματα
The dress was adorned with sequins that glittered under the stage lights. 

Το φόρεμα ήταν διακοσμημένο με πέτρες που λάμπισαν κάτω από τα φώτα της σκηνής.

01

γυαλιστερό, λαμπύρισμα

a decorative material made up of small, shiny particles, typically made of plastic, metal, or glass, that reflect light and create a sparkling effect 
glitter definition and meaning
02

λαμπύρισμα, αστραφτερότητα

the quality of shining with a bright reflected light 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03

λαμπύρισμα, αστραφτερότητα

the occurrence of a small flash or spark 

Λεξικό Δέντρο

glittering
glitter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store