Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gleam
01
λαμπυρίζω, ακτινοβολώ
to shine brightly, typically with reflected light
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
gleam
γ΄ ενικό πρόσωπο
gleams
ενεστώτα μετοχή
gleaming
απλός αόριστος
gleamed
παθητική μετοχή
gleamed
02
λαμπυρίζω, ακτινοβολώ
be shiny, as if wet
03
λαμπυρίζω, αστράφτω
appear briefly
Gleam
01
λάμψη, απαύγεια
an appearance of reflected light
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gleams
02
μια λάμψη, μια αχτίδα
a subtle flash of light, often highlighting something in a striking way
Παραδείγματα
A gleam of silver caught her attention in the antique shop.
Μια αχτίδα ασημιού τράβηξε την προσοχή της στο παλαιοπωλείο.
Λεξικό Δέντρο
gleaming
gleaming
gleam



























