to gleam
gleam
gli:m
glim
gloam

Ορισμός και σημασία του "gleam"στα αγγλικά

to gleam
01

λαμπυρίζω, ακτινοβολώ

to shine brightly, typically with reflected light 
to gleam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
gleam
γ΄ ενικό πρόσωπο
gleams
ενεστώτα μετοχή
gleaming
απλός αόριστος
gleamed
παθητική μετοχή
gleamed
02

λαμπυρίζω, ακτινοβολώ

be shiny, as if wet 
03

λαμπυρίζω, αστράφτω

appear briefly 
01

λάμψη, απαύγεια

an appearance of reflected light 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gleams
02

μια λάμψη, μια αχτίδα

a subtle flash of light, often highlighting something in a striking way 
Παραδείγματα
A gleam of sunlight broke through the clouds, illuminating the landscape. 

Μια αχτίδα ηλιακού φωτός διέτρησε τα σύννεφα, φωτίζοντας το τοπίο.

Λεξικό Δέντρο

gleaming
gleaming
gleam
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store