Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glaucous
01
glaucous, γλαυκός
of a pale bluish-green color that resembles the hue of the sea or of certain types of foliage
Παραδείγματα
The glaucous sea stretched out endlessly under the clear sky.
Η γλαυκή θάλασσα εκτείνονταν ατελείωτα κάτω από τον καθαρό ουρανό.
02
γλαυκός, πασπαλισμένος
having a frosted look from a powdery coating, as on plants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most glaucous
συγκριτικός βαθμός
more glaucous
διαβαθμίσιμο



























