Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glass cutter
01
κόφτης γυαλιού, εργαλείο κοπής γυαλιού
a tool used to score or cut glass, often with a diamond or tungsten carbide blade, to create straight or curved lines, shapes, or patterns for use in various glassworking or glazing applications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glass cutters
02
κόφτης γυαλιού, τεχνίτης κοπής γυαλιού
someone who cuts flat glass to size
03
κόφτης γυαλιού, χαράκτης γυαλιού
someone who cuts or grinds designs on glass



























