Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glare
01
θυμωμένο βλέμμα, αγριεμένο βλέμμα
a steady and sharp stare that conveys anger, disapproval, or hostility
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glares
Παραδείγματα
She gave him a glare when he interrupted her.
Του έριξε μια θυμωμένη ματιά όταν την διέκοψε.
02
εκτυφλωτικό φως, δύσκολο φως
a harsh, bright light that is more intense than what the eyes are used to, often causing discomfort
Παραδείγματα
The glare from the car's headlights made it difficult for her to see the road.
Η αυθάδεια φως των φαρών του αυτοκινήτου της έκανε δύσκολο να δει το δρόμο.
03
η προσοχή του κοινού, το επίκεντρο της προσοχής
a focus of public attention
to glare
01
συνοφρυώνομαι, ρίχνω ένα θυμωμένο βλέμμα
to look at someone or something with a strong and disapproving gaze, often showing anger or displeasure
Intransitive: to glare at sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glare
γ΄ ενικό πρόσωπο
glares
ενεστώτα μετοχή
glaring
απλός αόριστος
glared
παθητική μετοχή
glared
Παραδείγματα
I often glare at my siblings when they interrupt me.
Συχνά κοιτάζω με δυσαρέσκεια τα αδέρφια μου όταν με διακόπτουν.
02
τυφλώνω, λαμπυρίζω
to shine with a harsh, bright, or dazzling light
Intransitive
Παραδείγματα
The polished marble floor glared under the fluorescent lights of the mall.
Το γυαλισμένο μαρμάρινο πάτωμα έλαμπε κάτω από τις φθορίζουσες λάμπες του εμπορικού κέντρου.



























